Αρχική » Αταξινόμητα » Γ. Βαρθαλίτης: Η Λογοτεχνική Σκηνή

Γ. Βαρθαλίτης: Η Λογοτεχνική Σκηνή


Γιώργος Βαρθαλίτης

Πριν από εκατόν ακριβώς χρόνια, ο Francois Mauriac, σ’ ένα πρώιμο έργο του, στο Αλυσοδεμένο Παιδί,περιγράφει μια λογοτεχνική συνάθροιση της εποχής. Μεταφράζω: «Κύριοι, φορώντας ρεντικότα παραιτημένοι συνωθούνταν στους διαδρόμους. Μάταια προσπαθούσε η οικοδέσποινα να τους κάνει να καθίσουν: ηρωικά μπροστά στο τζάκι παρέλαυναν οι ποιητές. Ανάμεσά τους υπήρχαν γέροι, που παρά τα σπυριά στα μάγουλά τους και παρά τις γελοίες κοιλιές τους απήγγειλαν με πάθος ερωτικούς στίχους. Ο Ζαν-Πωλ [ο ήρωας του μυθιστορήματος] ένοιωθε οίκτο βλέποντάς τους. Αλλά οι νέοι με τις πικρές κι υπεροπτικές φυσιογνωμίες τους τον έφερναν σ’ απελπισία –ιδίως εκείνοι με τα μακριά μαλλιά και τις τριπλές γραβάτες που έγραφαν οι ίδιοι τα ονόματά τους στα σημειωματάρια των δημοσιογράφων.

Απ’ όλη αυτή τη λογοτεχνία αναδυόταν μια εντύπωση μετριότητας, φτώχειας, και φαίνεται πως ο καθένας τους είχε συναίσθηση του πράγματος: όταν ο ποιητής καθόταν ξανά στη θέση του, αντιτάσσοντας ένα μειδίαμα άφατης ικανοποίησης στις επιδοκιμασίες των συναδέλφων του, κυριαρχούσε μια τρομερή σιωπή… Μιλούσαν χαμηλόφωνα. Οι πιο στενόμυαλοι ένιωθαν μια δυσφορία που δεν μπορούσαν να την εξηγήσουν. Οι είρωνες, περιστοιχισμένοι από τους συγγενείς και τους φίλους των ποιητών, δεν ήξεραν τι να κάνουν την ειρωνεία τους. Οι βίαιοι πέθαιναν από καταπνιγμένη αγανάκτηση – κι οι φιλοθεάμονες, για τους οποίους η ανθρώπινη βλακεία είναι ένα ευχάριστο θέαμα, έμεναν κι εκείνοι εμβρόντητοι μπροστά σ’ αυτόν τον θρίαμβο της γελοιότητας.»

Η λογοτεχνική συνάθροιση που περιγράφει ο Μωριάκ είναι, βέβαια, μια διαχρονική μορφή της ανθρώπινης κωμωδίας, όχι άγνωστή μας, τουλάχιστον από τον καιρό του Πετρωνίου. Δεν νομίζω πως η εικόνα της σημερινής «λογοτεχνικής» σκηνής διαφέρει πολύ. Η ίδια εντύπωση μετριότητας και φτώχειας, για την οποία μιλούσε ο γάλλος συγγραφέας πριν από έναν αιώνα, αναδύεται και σήμερα, είτε παρευρισκόμαστε σε ζωντανές λογοτεχνικές εκδηλώσεις είτε  ξεφυλλίζουμε λογοτεχνικά περιοδικά, είτε διαβάζουμε  κάποιαν απ’ τις εκατοντάδες συλλογές  ή μυθιστορήματα που εκδίδονται ετησίως.

Πιστεύω πως το μεγαλύτερο πρόβλημα των καιρών μας είναι ακριβώς αυτό: η πληθωρική, μαζική σχεδόν, παραγωγή τόσων ασήμαντων, αδιάφορων λογοτεχνημάτων, η κυριαρχική παρουσία του ψευδολογοτεχνικού και του παραλογοτεχνικού λόγου, που πλέον έχει προσλάβει διαστάσεις πραγματικού κατακλυσμού.

Αν φταίει κάτι, αυτό είναι η χαμηλή ποιότητα της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής κι όχι οι «dürftige Zeiten». Και σ’ αυτούς τους «πενιχρούς καιρούς» υπάρχουν άνθρωποι που εκτιμούν και διαβάζουν την καλή λογοτεχνία. Συνήθως, την αναζητούν στην ασφαλή παρακαταθήκη του παρελθόντος.  Η ζέση με την οποία το κοινόν εξακολουθεί να διαβάζει τους συγγραφείς του νεοελληνικού και του διεθνούς «κανόνα»,   πιστοποιεί πως το ενδιαφέρον για την καλή, για την αυθεντική λογοτεχνία παραμένει ζωντανό.

Η άλλη πτυχή του προβλήματος είναι, βέβαια, η απουσία ελεγκτικών και κριτικών μηχανισμών. Ουσιαστικά, σήμερα δεν υπάρχει ανεξάρτητη κριτική στον τόπο μας.  Η κριτική στις εφημερίδες, συρμένη πίσω απ’ τον δίφρο των συναλλαγών με τους εκδότες, έχει εκφυλιστεί σε βιβλιοπαρουσιάσεις,  η κριτικογραφία των περιοδικών δεν είναι άμοιρη των προσωπικών διαπλοκών και σχέσεων κρίνοντος και κρινομένου, ενώ στην ηλεκτρονική σχολιογραφία, όπου υπάρχει ελευθερία, απουσιάζει η επάρκεια.

Νομίζω πως ο Μονταίν, πριν από πέντε σχεδόν αιώνες,  εντόπισε τη ρίζα του προβλήματος. Το πρόβλημα  συνδέεται με την εμφάνιση ενός νόθου τύπου ανθρώπου (métis τους αποκαλεί ο γάλλος στοχαστής), δημιούργημα κατ’ εξοχήν των νεότερων χρόνων. Ο métis  δεν έχει μήτε τη γνώση των δυνατών και φωτισμένων πνευμάτων μήτε την έντιμη άγνοια των χωρικών.  Γνήσια ποίηση, κατά τον Μονταίν, είναι είτε η λαïκή ποίηση είτε η ποίηση των μεγάλων τεχνιτών του λόγου. Η μέτρια ποίηση (και γενικότερα λογοτεχνία), που βρίσκεται στο ενδιάμεσο, δεν έχει τιμή και αξία και δίκαια περιφρονείται, αποφαίνεται ξανά ο Μονταίν.

Ακριβώς, αυτό είναι το πρόβλημα του νεώτερου πολιτισμού, δηλαδή το ότι παράγει έναν μέσο τύπο ανθρώπου, ο οποίος με τη σειρά του παράγει μέσου τύπου έργα. Πιο σωστά: έναν τύπο ανθρώπου μέσης παιδείας, μήτε δηλαδή πραγματικά πεπαιδευμένο μήτε απολύτως απαίδευτο. Αυτός ο ανθρωπολογικός τύπος είναι ουσιαστικά το δημιούργημα της σύγχρονης μαζικής εκπαίδευσης.

Δεν θέλω να υποστηρίξω πως η βαθειά, η ουσιαστική παιδεία είναι συνθήκη επαρκής για την δημιουργία αυθεντικής τέχνης: αυτή συχνά είναι ζήτημα ταλέντου, έμφυτης δωρεάς. Ο πραγματικά πεπαιδευμένος όμως άνθρωπος  μπορεί να αναγνωρίσει την αυθεντική τέχνη. Και κάτι άλλο: έχει αυτογνωσία. Ξέρει τις δυνατότητές του και τα αποτελέσματά τους. Πράγμα που σημαίνει πως θα προτιμήσει να σωπάσει παρά να καταθέσει ένα ακόμη μέτριο έργο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s