Αρχική » Αταξινόμητα » Νάνος Βαλαωρίτης (Nanos Valaoritis) ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ποίημα της Κατερίνας μετ. Ν.Β.

Νάνος Βαλαωρίτης (Nanos Valaoritis) ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ποίημα της Κατερίνας μετ. Ν.Β.


Σε μια παγωμένη λίμνη περπάτησα 
με άσπρη φορεσιά που κυμάτιζε
πέταξα στον αέρα ανάλαφρα
πάνω στη ζούγκλα του ήχου και του λόγου

η χώρα σαν μια ανοιγμένη μήτρα
απλωνόταν για μίλια
μια παράξενη ευτυχία με γέμισε 
άρχισα να νυστάζω
αναπόλησα ένα ποτάμι δακρύων
που έρπει μ’ έναν ήχο τριγμών

κύλησε σαν λιωμένο μολύβι
έτριζε και έφτυνε και έβραζε
κατόπιν κρύωνε 
κύλησε με μια δηλητηριώδη ουσία
με τρομερό κρότο μια αγάπη έσκασε
σκέπασε τη γη με τα συντρίμμια της
ο αέρας έγινε πορφυρός απ’ την εξάτμισή του

Πλησίασα στο παράθυρο να δω καλύτερα
την πωλήτρια 
με τα χρυσά της χείλια
με τα μενεξεδένια μάτια της
με τα πολλά αχ που φτερούγισαν

ένας γέρος με μακριά άσπρη γενειάδα
έγλυφε τα ποιήματά του μέχρι να εξαφανιστούν
η νοσοκόμα μετατράπηκε σε μια μαγική επωδό
δίπλα στο τζάκι του κυβερνείου
από τα λαμπερά της χείλια έτρεχαν
μελίρρυτες φλόγες και ψιθύριζαν
«λόγια αγάπης λόγια απελπισίας»
πάνω σ’ ένα κόκκινο χαλί
κάθισα δίπλα στη φωτιά
πλησίασα τ’ αυτί μου προς τις φλόγες
και άκουγα τους ψιθύρους
απ’ τα λαμπερά τους χείλια
έγειρα, φίλησαν το μάγουλό μου
και εξαφανίστηκαν σ’ ένα φύσημα καπνού
οι λευκές, οι ιτιές και οι σημύδες
οι καημοί του κόσμου
που σήκωνε τα βάρη τους

στο στήθος μου έβγαλα
ένα σπαρακτικό στεναγμό
με τα λεπτά μου δάχτυλα
ύφανα ένα ανοιχτό
γαλάζιο πανί
κεντημένο με κόκκινα άνθη
σκούπισα τα δάκρυά μου
με το πανί της βροχής
το ‘ριξα στο χαλί
και ακούμπησα το κεφάλι μου
οι σκέψεις μου πέταξαν
με φωτιά και τρυφερότητα 
ακολουθώντας το γαλανό μονοπάτι
στον άνεμο που φτερούγιζε
το μονοπάτι απλώθηκε μίλια μακριά
κι έφτασε το ύψος του Γαλαξία
σκόρπισε άστρα
πλανήτες και νεφελώματα
θερμά νερά γαλάζια άστρα
κομήτες και πεφταστέρια
στο βυθό και τη φωτιά των ουρανών
ακολούθησα το μονοπάτι
στα βάθη τ’ ουρανού
ως το στόμα του θεού
που με κατάπιε πεινασμένο
με ικανοποίηση 
όπως αυτή που γύρευαν
δύο ευγενείς κύριοι

σε μια μονομαχία
άκουσα ένα πυροβολισμό
που αντήχησε μεσ’ τα δέντρα
κι αναστάτωσε τα πουλιά
ο πληγωμένος έπεσε χάμω
με βρόντο
καλώς τη τη γυναίκα
που τον πλησίασε ενώ τα μαύρα ρούχα της
ανέμιζαν πίσω της

πέθανε στην αγκαλιά της
ο ήλιος ήταν μια μάζα φωτιάς
στον χλωμό ουρανό
το μεγαλόπρεπο πρόσωπό του
κοκκινίζοντας από περηφάνια

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s